Η κυβέρνηση θα πρέπει να αποδείξει ότι οι παρεμβάσεις που θα ανακοινώσει στη ΔΕΘ δεν αποτελούν απλώς έναν νέο κύκλο εξαγγελιών, αλλά συγκροτημένο σχέδιο που μπορεί να εφαρμοστεί.
Η Λέρος ήταν ένας ακόμη σταθμός του κυβερνητικού σχεδιασμού στα τέλη Ιουλίου, όπου ο Πρωθυπουργός έφτασε για να επιθεωρήσει έργα ως αφορμή για έναν πολύ μεγαλύτερο σταθμό: την πολιτική διαδρομή που οδηγεί στις επόμενες εκλογές.
Και αυτή η διαδρομή δε θα είναι περίπατος μιας και η πολιτική δεν κρίνεται στα σχέδια ή στις εξαγγελίες αλλά στο αν όσα σχεδιάστηκαν μπορούν να γίνουν πράξη και τα έργα να προσδώσουν καλύτερη διαβίωση.
Ο Πρωθυπουργός μαζί με το κόμμα της ΝΔ, όπως εξάλλου και τα κόμματα της αντιπολίτευσης, έχει μπροστά του τη ΔΕΘ. Εκεί θα πρέπει να παρουσιάσει το επόμενο κεφάλαιο της κυβερνητικής πολιτικής και, κυρίως, να απαντήσει σε ένα ερώτημα που δεν απαντάται με επικοινωνιακούς όρους: τι θα αλλάξει στην πραγματική ζωή των πολιτών;
Η απάντηση θα κρίνει πολλά και όχι επειδή η κυβέρνηση δεν έχει να επιδείξει έργο, αλλά επειδή η πολιτική αξιολόγηση μιας κυβέρνησης δεν γίνεται μόνο από το τι έχει κατασκευαστεί, πόσα έργα εγκαινιάστηκαν ή ποιοι μακροοικονομικοί δείκτες βελτιώθηκαν, αλλά κυρίως από το αν ο πολίτης αισθάνεται ότι μπορεί να ζήσει καλύτερα.
Τι μπορεί να γίνει καλύτερα στο μέλλον
Η οικονομία μπορεί να αναπτύσσεται, αλλά το διαθέσιμο εισόδημα εξακολουθεί να πιέζεται όπως καταγράφουν ο ΟΟΣΑ και η eurostat, όταν η ονομαστική αύξηση των μισθών στην Ελλάδα συμπιέζεται από τον αυξανόμενο πληθωρισμό, περιορίζοντας την πραγματική αγοραστική δύναμη.
Την ίδια ώρα, οι ανισότητες παραμένουν ένα από τα μεγάλα ανοικτά ζητήματα της ελληνικής κοινωνίας με χαρακτηριστική την αύξηση της απόστασης μεταξύ της αξίας των αμοιβών με την αξία των κερδών των επιχειρήσεων.
Αυτό σημαίνει ότι η πολιτική συζήτηση δεν μπορεί να εξαντληθεί στο αν απλά η οικονομία πηγαίνει καλύτερα από χθες αλλά αν πηγαίνει καλύτερα για περισσότερους και αν τελικά οι επενδύσεις μαζί με τα έργα υποδομών αφορούν την καλυτέρευση στις ζωές των περισσότερων.
Σε αυτό το σημείο και η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση θα πρέπει να κριθούν, γιατί η χώρα δεν έχει ανάγκη από μια ακόμη εκλογική αναμέτρηση στην οποία το ένα κόμμα θα προσπαθεί να αποδείξει ότι το άλλο είναι χειρότερο αλλά τι προτάσεις έχει και πως μπορεί να τις εφαρμόσει και με ποιες συνεργασίες.
Τα κόμματα που φιλοδοξούν να κυβερνήσουν – κι εδώ εντάσσονται σίγουρα το ΠΑΣΟΚ, ο Τσίπρας με την ΕΛ.Α.Σ. και ο Σαμαράς – καλούνται να εγκαταλείψουν την ασφάλεια της καταγγελίας και να περάσουν στην ευθύνη της πρότασης, όπως και το κυβερνόν κόμμα της ΝΔ να αφήσει την ασφάλεια ότι έχει ήδη κριθεί από τους πολίτες σε προηγούμενες εκλογές.
Να πουν τι θα κάνουν με το εισόδημα, πώς θα αντιμετωπίσουν το στεγαστικό, πώς θα μειώσουν το κόστος ζωής, πώς θα ενισχύσουν το ΕΣΥ, πώς θα αντιμετωπίσουν το δημογραφικό, πώς θα στηρίξουν την περιφέρεια και πώς θα δημιουργήσουν μια οικονομία με περισσότερη παραγωγικότητα και λιγότερες ανισότητες. Και ταυτόχρονα το πώς θα μειώσουν στην πράξη την γραφειοκρατία με τις πρόσφατες ρυθμίσεις μείωσης διοικητικών διαδικασιών να κρίνονται στην πράξη.
Η ανάγκη για περισσότερες λύσεις
Η κυβέρνηση θα πρέπει να αποδείξει ότι οι παρεμβάσεις που θα ανακοινώσει στη ΔΕΘ δεν αποτελούν απλώς έναν νέο κύκλο εξαγγελιών, αλλά συγκροτημένο σχέδιο που μπορεί να εφαρμοστεί. Η αντιπολίτευση θα πρέπει να παρουσιάσει μια εναλλακτική πρόταση που να μην στηρίζεται μόνο στη φθορά της κυβέρνησης. Ενώ και οι δυο θα πρέπει να δώσουν ρεαλιστικές απαντήσεις για το πόσο θα κοστίσουν πώς θα βρεθούν τα κονδύλια και τι συνεισφορά θα έχουν στην ανάπτυξη και στα εισοδήματα των πολιτών.
Εκεί θα ξεχωρίσουν οι πολιτικές προτάσεις από τις πολιτικές λύσεις ή τουλάχιστον θα έχουμε μια πιο σαφή εικόνα ενόψει εκλογών.
Αυτό είναι ίσως το πιο κρίσιμο σημείο της επόμενης εκλογικής περιόδου γιατί πολιτική αντιπαράθεση πρέπει να μετακινηθεί από την αντιπαράθεση προσώπων και καταγγελιών στην αντιπαράθεση σχεδίων, και αυτό είναι ένα όφελος που μας αφορά όλους και κατά βάση την ίδια τη ποιότητα της Δημοκρατίας.
Η επόμενη εκλογική μάχη, λοιπόν, θα έχει νόημα μόνο εάν είναι μια μάχη για το περιεχόμενο της διακυβέρνησης σε μια κοινωνία που αντιμετωπίζει υψηλό κόστος ζωής, περιορισμένη αγοραστική δύναμη και έντονες ανισότητες, ζητώντας πειστικές απαντήσεις.
Και τότε θα τεθούν τρία απλά ερωτήματα.
Ποιος θέλει να κυβερνήσει;
Ποιος έχει τις πιο πειστικές προτάσεις να κυβερνήσει;
Και, με ποιους μπορεί τυχόν να συνεννοηθεί ώστε να κυβερνήσει;
Οι απαντήσεις δεν θα δοθούν στη ΔΕΘ, αλλά θα αρχίσουν να διατυπώνονται ενώ οι δημοσκοπήσεις θα αποτελούν κυρίως καταγραφή της στιγμής και η πλήρης απάντηση θα δοθεί στην κάλπη, όταν οι πολίτες θα συγκρίνουν κυρίως λύσεις.
Γιατί η διακυβέρνηση πλέον δεν απαιτεί συνθήματα με επίκληση στο θυμικό, αλλά χειροπιαστές λύσεις και συνεννόηση και αυτή η ευθύνη βαρύνει όλα τα κόμματα που θέλουν να κυβερνήσουν. Κι αυτή η περιπέτεια δεν έχει έναν ήρωα όπως η αντίστοιχη ταινία του Τζέιμς Μποντ, αλλά καλούμαστε όλοι να συμμετέχουμε διαμορφώνοντας την απάντηση στην κάλπη.
Από τη Λέρο με αγάπη, λοιπόν!
