Επιστροφή φόρου αντί για οριζόντιες μειώσεις ΦΠΑ ή επιδόματα.
Κάθε φορά που η ακρίβεια πιέζει τα νοικοκυριά, η πολιτική συζήτηση καταλήγει στο ίδιο σημείο: επίδομα ή μείωση ΦΠΑ.
Υπάρχει όμως και η δυνατότητα για μια στοχευμένη, ψηφιακή και προοδευτική επιστροφή μέρους των πραγματικών βρεφικών δαπανών, ως στήριξη της νέας οικογένειας χωρίς οριζόντια μείωση ή κατάργηση του ΦΠΑ και με σαφές δημοσιονομικό όριο.
Πρόκειται για διαφορετική αρχιτεκτονική κοινωνικής πολιτικής, που μπορεί να συνδυάσει τη στήριξη των νέων οικογενειών με τη φορολογική αναλογικότητα και τη δημοσιονομική πειθαρχία.
Η ψηφιακή φορολογική πίστωση
Η μείωση του ΦΠΑ σε κάποια προϊόντα γενικά έχει το πλεονέκτημα της απλότητας, αλλά είναι μια οριζόντια ελάφρυνση και αφορά τον προϋπολογισμό όλων των οικογενειακών εισοδημάτων, και των χαμηλότερων και των υψηλότερων, δηλαδή δεν είναι αναλογική.
Η πρόταση είναι η δημιουργία μιας επιστρεπτέας ψηφιακής φορολογικής πίστωσης για συγκεκριμένες ανελαστικές δαπάνες μιας νέας οικογένειας και αφορά σε βρεφικά προϊόντα για παιδιά έως τριών ετών μέσα από μια τυποποιημένη ταξινόμηση προϊόντων και ηλεκτρονική διαβίβαση δεδομένων.
Οι αγορές θα καταγράφονται ηλεκτρονικά και η επιστροφή θα υπολογίζεται αναλογικά με βάση το οικογενειακό εισόδημα σε συνάρτηση πάντα με το φόρο εισοδήματος και τη θέσπιση ενός ανώτατου ορίου επιλέξιμων δαπανών.
Η προτεινόμενη προοδευτική κλίμακα επιστροφής, τα κλιμάκια εισοδήματος και τα ποσοστά είναι ενδεικτικά και θα πρέπει να προκύψουν ύστερα από δημοσιονομική μελέτη, αλλά σίγουρα δείχνουν την κατεύθυνση.Υπολογισμένα πάνω σε μια ενδεικτική επιλέξιμη δαπάνη 1.500 € ετησίως διαμορφώνονται αναλογικά ως εξής:
- Εισόδημα έως 12.000 €: Το ποσοστό επιστροφής ανέρχεται στο 40%, προσφέροντας ενδεικτική επιστροφή 600€.
- Εισόδημα από 12.001 € έως 25.000 €: Το ποσοστό επιστροφής διαμορφώνεται στο 25%, που αντιστοιχεί σε ενδεικτική επιστροφή 375€.
- Εισόδημα από 25.001 € έως 40.000 €: Το ποσοστό επιστροφής μειώνεται στο 10%, δίνοντας ενδεικτική επιστροφή 150€.
- Εισόδημα πάνω από 40.000 €: Το ποσοστό επιστροφής είναι 5% ή 0%, με την ενδεικτική επιστροφή να διαμορφώνεται στα 75€ ή 0 € αντίστοιχα.
Επίσης τίθεται ένα απαραίτητο ανώτατο πλαφόν δαπάνης ανά παιδί στις 2.000 ευρώ ετησίως ώστε το μέτρο να παραμένει ελεγχόμενο και ταυτόχρονα να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες τιμές της αγοράς.
Για τα χαμηλότερα εισοδήματα, η πίστωση θα πρέπει να είναι επιστρεπτέα ακόμη και όταν δεν υπάρχει επαρκής φόρος προς συμψηφισμό, δηλαδή θα καταβάλλεται στο δηλωμένο στην ΑΑΔΕ λογαριασμό των γονέων και έτσι η πρόταση θα ευνοεί άμεσα όλους, ανεξάρτητα από την ύπαρξη φορολογικής υποχρέωσης ή το μέγεθος αυτής.
Η τεχνολογία ως εργαλείο εφαρμογής
Η Ελλάδα διαθέτει πλέον την ψηφιακή υποδομή για να ανταποκριθεί σε μία διαδικασία για την εφαρμογή του προτεινόμενο μέτρου, με την κατάλληλη ταξινόμηση των καθορισμένων προϊόντων και τη διασύνδεση των δεδομένων λιανικής με τις φορολογικές υποδομές, καθιστώντας την σχεδόν αυτόματη:
Αγορά → ηλεκτρονική συναλλαγή → αναγνώριση προϊόντος → ψηφιακή καταγραφή → υπολογισμός → επιστροφή.
Ο πολίτης λοιπόν δεν θα χρειάζεται να υποβάλει κάποια νέα αίτηση, καθότι είναι καταγεγραμμένη η δήλωση του παιδιού – προκύπτει δηλαδή η βρεφική τριετία – και επίσης το δημόσιο αξιοποιεί τα δεδομένα που ήδη διαθέτει η φορολογική διοίκηση ενώ ταυτόχρονα η επιστροφή καθίσταται πιο ελεγχόμενη από την καταβολή επιδόματος.
Ακόμη άμεσα εφικτό μέτρο – καθότι θα υπάρχει η διασύνδεση της καταγραφής των σχετικών προϊόντων – είναι η προσμέτρηση των εξόδων αυτών με διπλασιασμό της αξίας τους για την επίτευξη του 30% των εξόδων με ψηφιακές συναλλαγές για τη θέσπιση του αφορολόγητου.
Άμεση στήριξη σε 150.000 νέες οικογένειες
Με περίπου 70.000 γεννήσεις ετησίως, ο πληθυσμός αναφοράς προσεγγίζει τα 200.000 παιδιά ανά φορολογικό έτος, μιας και αφορά παιδιά ως 3 ετών, δηλαδή το μέτρο αφορά άμεσα τις νέες οικογένειες – περίπου σε 150.000, ενώ συνδέεται με πραγματικές δαπάνες καθιστώντας την παρέμβαση μετρήσιμη και εφικτή.
Σύμφωνα με τη Eurostat, μεταξύ των νοικοκυριών με παιδιά στην Ελλάδα, περίπου το 48% περιλαμβάνει ένα παιδί, το 35% δύο παιδιά και το 17% τρία παιδιά, για αυτό η φορολογική ελάφρυνση επί των απαραίτητων βρεφικών εξόδων ενισχύει ευθέως τη νέα οικογένεια.
Εδώ σημειώνεται ότι ένα τυχόν οριζόντιο επίδομα ακόμα και της τάξης των 100 ευρώ μηνιαίως ανά παιδί αγγίζει τα 240 εκ. ευρώ ετησίως, ενώ η επιστροφή φόρου και μάλιστα με αναλογικό χαρακτήρα αφορά σε σημαντικά χαμηλότερο κόστος, το οποίο το κράτος δεν θα χρειαστεί να προκαταβάλει.
Προϊόντα εμμήνου ρύσης – Σύγχρονη στήριξη της γυναίκας
Παράλληλα η ίδια ανωτέρω αρχή μπορεί να εφαρμοστεί και πέρα από τη βρεφική ηλικία, στα προϊόντα έμμηνου ρύσης, όπου η φορολογική πολιτική μπορεί να λειτουργήσει ως
εργαλείο ισότιμης συμμετοχής των γυναικών στην κοινωνική και οικονομική ζωή στη βάση μιας σύγχρονης κοινωνικής ενσυναίσθησης.
Η αγορά στα προϊόντα έμμηνου ρύσης θα μπορούσε να προσμετράται με διπλάσια αξία για την κάλυψη του ετήσιου ορίου ηλεκτρονικών δαπανών, με ανώτατο ποσό δαπανών 200 ευρώ ετησίως. Παράλληλα, θα μπορούσε να προβλεφθεί αναλογική φορολογική ελάφρυνση, από 25% έως 5% επί της αξίας των σχετικών τυποποιημένων προϊόντων ανάλογα με το εισόδημα, για γυναίκες έως 50 ετών.
Ακόμη καθώς ήδη εφαρμόζεται η διάθεση προϊόντων σε γυμνάσια, προτείνεται η επέκταση προς ένα εθνικό δίκτυο δωρεάν διάθεσης προϊόντων έμμηνου ρύσης που θα περιλαμβάνει:
- Γυμνάσια – Λύκεια: διάθεση σε μαθήτριες
- Πανεπιστήμια: διάθεση στις φοιτητικές δομές
- Δήμοι και κοινωνικές δομές: διάθεση μέσω κοινωνικών παντοπωλείων, Κέντρων Κοινότητας κλπ
- Χώροι Απασχόλησης: Σε χώρους άνω των 10 εργαζομένων με υποχρέωση συμπερίληψης στο κιτ πρώτων βοηθειών
Πεδίο συνεννόησης για το πολιτικό σύστημα
Η παρούσα πρόταση για τη στήριξη της νέας οικογένειας και των βρεφικών αναγκών, θέτει ξεκάθαρα την σημασία της συνεννόησης μεταξύ Κυβέρνησης και αντιπολίτευσης λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική πειθαρχία, όπου η πρόκληση δεν είναι να μοιράσουμε ακόμη ένα επίδομα ούτε να μειώσουμε οριζόντια έναν συντελεστή.
Η κατεύθυνση είναι να χρησιμοποιήσουμε το ψηφιακό κράτος για να κάνουμε τη φορολογία και την κοινωνική πολιτική πιο δίκαιη: να αναγνωρίζει την πραγματική ανάγκη και να επιστρέφει μέσω της φορολογίας, την στήριξη εκεί όπου η οικογένεια πιέζεται περισσότερο, προσδίδοντας συνολικά την απαραίτητη κοινωνική ενσυναίσθηση με υπευθυνότητα.
Με βάση τις σύγχρονες ψηφιακές δυνατότητες το κράτος δεν χρειάζεται να δαπανήσει περισσότερα, αλλά να διαχειριστεί διαφορετικά την φορολογική αναλογικότητα των νέων οικογενειών και σε αυτό το σημείο το πολιτικό σύστημα μπορεί να βρει πεδίο συνεννόησης.
Ο Σταύρος Τασιόπουλος είναι Δικηγόρος Παρ Αρείω Πάγω, LLM/MSc Δημοσίου Δικαίου & Πολιτικής Επιστήμη