Το δίλημμα μέχρι το 2030 είναι διπλό για τη χώρα μας, δηλαδή αν θα μπορέσει να φέρει τους νέους στη συμμετοχή και αν θα μπορέσουν τα κόμματα να μετατρέψουν τον δημόσιο λόγο τους σε πραγματικές απαντήσεις στα προβλήματα μιας γενιάς που δυσκολεύεται να αποκτήσει ατομική ανεξαρτησία και συλλογική αναπτυξιακή προοπτική.
H συζήτηση για τη νεολαία και την πολιτική αρχίζει συνήθως από ένα λάθος ερώτημα: «Τι ψηφίζουν οι νέοι;» ή «αν θα συμμετάσχουν οι νέοι», ενώ το ουσιαστικό ερώτημα είναι – γιατί να συμμετέχουν και να ψηφίσουν;
Τα δεδομένα των τελευταίων εκλογικών αναμετρήσεων είναι χαρακτηριστικά όπου η αποχή των νέων στις εκλογές του 2023 ήταν μεγάλη, ενώ στις ευρωεκλογές του 2024 η αποχή έγινε ακόμη εντονότερη. Η κάλπη του 2024 ανέδειξε την αναντιστοιχία της νεολαίας ως δημογραφικό μέγεθος και ως εκλογικό μέγεθος με το δεύτερο να απέχει πολύ από το πρώτο.
Όσο λιγότερο συμμετέχουν οι νέοι, τόσο περισσότερο το εκλογικό αποτέλεσμα διαμορφώνεται από τις μεγαλύτερες ηλικίες και το πολιτικό σύστημα προσανατολίζεται προς εκείνους που συμμετέχουν περισσότερο.
Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: οι νέοι αισθάνονται ότι τα κόμματα δεν τους εκπροσωπούν, ή δεν δίνουν λύσεις στα προβλήματα τους, απέχουν από την κάλπη και η μειωμένη συμμετοχή τους περιορίζει ακόμη περισσότερο την πίεση προς το πολιτικό σύστημα να τους αφουγκρασθεί.
Δυσαρέσκεια ή αδιαφορία για τη Δημοκρατία
Οι νέοι δεν είναι απαραίτητα αντιδημοκρατικοί κι αυτή θα ήταν μια επιφανειακή ανάγνωση της αποστασιοποίησης τους, αλλά είναι βαθιά δυσαρεστημένοι με τον τρόπο που λειτουργεί η δημοκρατία για αυτούς με την αδυναμία ικανών ευκαιριών για επαγγελματική και κοινωνική προοπτική σε σχέση με τις παλιότερες γενιές, αλλά και με την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση.
Όπως έρευνες γνώμης έχουν δείξει υπάρχει απόσταση ανάμεσα στην απόρριψη της δημοκρατίας και στην απόρριψη του τρόπου με τον οποίο αυτή λειτουργεί, ενώ για τους νεότερους η θέση υπέρ της αξίας της δημοκρατίας έχει λιγότερη απήχηση σε σχέση με τους μεγαλύτερους.
Έρευνες κοινής γνώμης καταγράφουν ότι οι νέοι ηλικίας 17-34 αξιολογούν πιο αρνητικά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η δημοκρατία σε σύγκριση με τις μεγαλύτερες ηλικίες. Παράλληλα, περίπου ένας στους πέντε νέους, τόσο στις ηλικίες 17-24 όσο και στις ηλικίες 25-34, αμφισβητεί την άποψη ότι, παρά τις αδυναμίες της, η κοινοβουλευτική δημοκρατία παραμένει το καλύτερο διαθέσιμο πολίτευμα.
Άρα έχουμε μια γενιά που δεν εγκαταλείπει την αξία της δημοκρατίας αλλά δεν έχει για αυτή μεγάλη αξία και επιζητά μια δημοκρατία που να λειτουργεί αποτελεσματικά και για τη νεολαία – ζήτημα που διαπερνά όλα τα κόμματα συνολικά, ενώ παράλληλα κόμματα διαμαρτυρίας επιδιώκουν να καρπωθούν την απογοήτευση χωρίς απαραίτητα να παρουσιάζουν συγκεκριμένες προτάσεις.
Ανάγκη αντίληψης των αναγκών από τα κόμματα
Για τους νέους, η κρίση εμπιστοσύνης και η απουσία συμμετοχής συνδέεται ευθέως με την αίσθηση ότι η πολιτική δεν απαντά στις ανάγκες και στα ζητήματα που καθορίζουν την καθημερινότητά τους — στέγη, εισόδημα, επισφάλεια στην εργασία, κόστος ζωής, πρόσβαση σε ευκαιρίες, κοινωνική κινητικότητα και εν γένει ασφαλή προοπτική ανάπτυξης.
Τα κόμματα συνολικά αδυνατούν να δείξουν ότι αντιλαμβάνονται αυτές τις ανάγκες και η εκλογική συμπεριφορά των νέων το αποδεικνύει όταν το 2023 η ψήφος τους μοιράστηκε διαφορετικά από εκείνη των μεγαλύτερων, το ίδιο και το 2024 όπου υπήρξε και διαφορετική σειρά επιλογής, ενώ παράλληλα ενισχύθηκαν σε τμήματα της νεολαίας και επιλογές διαμαρτυρίας.
Το κρίσιμο, επομένως, για τις εκλογές του 2027 και κυρίως για την Ελλάδα του 2030 δεν είναι να προβλέψουμε ποιο κόμμα θα ψηφίσουν οι νέοι και αντίστοιχα τι θα προτείνουν τα κόμματα για να τους πείσουν, αλλά να δούμε αν τελικά θα θεωρήσουν ότι αξίζει να ψηφίσουν και ύστερα προς ποια κατεύθυνση.
Οι νέοι μπορούν να συμμετέχουν στα κοινά μέσα από κοινωνικές πρωτοβουλίες, εθελοντισμό, συλλογικότητες και ψηφιακές δράσεις, όμως η ψήφος παραμένει η στιγμή κατά την οποία η κοινωνική απαίτηση για λύσεις αποκτά θεσμική κατεύθυνση και έτσι λειτουργεί η δημοκρατία.
Οι νέοι και η συλλογική αναπτυξιακή προοπτική
Στην Ελλάδα των Μνημονίων και της κρίσης η θέση των νέων στα εκλογικά πράγματα πέρασε από την οργή, την απογοήτευση, τη μετανάστευση στο εξωτερικό και σήμερα στην απουσία συμμετοχής, ανεξαρτήτως πολιτικής αντίληψης ή ύπαρξης αυτής.
Το δίλημμα μέχρι το 2030 είναι επομένως διπλό για τη χώρα μας, δηλαδή αν θα μπορέσει να φέρει τους νέους στη συμμετοχή και αν θα μπορέσουν τα κόμματα να μετατρέψουν τον δημόσιο λόγο τους σε πραγματικές απαντήσεις στα προβλήματα μιας γενιάς που δυσκολεύεται να αποκτήσει ατομική ανεξαρτησία και συλλογική αναπτυξιακή προοπτική.
Καθώς επιδιώκουμε η παρούσα και η μελλοντική γενιά να ζει ισάξια και καλύτερα από την προηγούμενη, η χώρα μας και η δημοκρατία χρειάζεται τους νέους παρόντες πριν και μετά τις εκλογές με τη μέγιστη δυνατή συμμετοχή – γεγονός με οικονομικά και κοινωνικά οφέλη για όλους ιδίως στην εποχή των προκλήσεων της τεχνητής νοημοσύνης.
Σταύρος Τασιόπουλος, Δικηγόρος Παρ Αρείω Πάγω, ΜΔΕ Δημοσίου Δικαίου & Πολιτικής Επιστήμης